Τι είναι η σύφιλη;

Τι είναι η σύφιλη;
Η σύφιλη είναι μια λοίμωξη που προκαλείται από το βακτήριο Treponema pallidum και μεταδίδεται κυρίως μέσω σεξουαλικής επαφής. Το βακτήριο μπορεί να μεταδοθεί μέσω άμεσης επαφής με συφιλιδικό έλκος ή μολυσμένο βλεννογόνο. Τα έλκη μπορεί να βρίσκονται στην περιοχή των γεννητικών οργάνων ή του πρωκτού, στο ορθό, στο στόμα ή στα χείλη και μερικές φορές να μη γίνονται αντιληπτά. Η σύφιλη μπορεί επίσης να μεταδοθεί από τη μητέρα στο μωρό κατά την εγκυμοσύνη.
Πώς μεταδίδεται η σύφιλη και πώς μπορείτε να προστατευτείτε;
Η μετάδοση συμβαίνει συχνότερα κατά την κολπική, πρωκτική ή στοματική σεξουαλική επαφή, μέσω άμεσης επαφής με μολυσματικό έλκος. Η χρήση προφυλακτικού μειώνει τον κίνδυνο· ωστόσο, η επαφή με έλκη σε περιοχές που δεν καλύπτονται από το προφυλακτικό μπορεί να οδηγήσει σε μετάδοση.
- Χρησιμοποιείτε το προφυλακτικό σωστά και συστηματικά καθ’ όλη τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής.
- Εάν ο/η σύντροφός σας έχει έλκος, εξάνθημα ή διάγνωση σύφιλης, αποφύγετε τη σεξουαλική επαφή μέχρι να ολοκληρωθούν οι εξετάσεις και η ιατρική αξιολόγηση.
- Συζητήστε ανοιχτά με τον/τη σύντροφό σας για τη σεξουαλική υγεία και τις εξετάσεις.
- Ο έλεγχος για σύφιλη κατά την εγκυμοσύνη και η θεραπεία, όταν χρειάζεται, είναι σημαντικά για την πρόληψη της μετάδοσης στο μωρό.
Ποια είναι τα συμπτώματα της σύφιλης;
Η σύφιλη μπορεί να προκαλέσει διαφορετικά συμπτώματα σε διαφορετικά στάδια. Ακόμη και αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν από μόνα τους, η λοίμωξη μπορεί να παραμείνει στον οργανισμό· επομένως, η υποχώρηση των συμπτωμάτων από μόνη της δεν αρκεί για να συμπεράνουμε ότι το άτομο έχει θεραπευτεί.
Πρώιμο στάδιο
Το πρώτο σύμπτωμα μπορεί να είναι ένα συνήθως ανώδυνο έλκος (συφιλιδικό έλκος), που εμφανίζεται στο σημείο από το οποίο το βακτήριο εισήλθε στον οργανισμό. Το έλκος μπορεί να εμφανιστεί στην περιοχή των γεννητικών οργάνων ή του πρωκτού, στο ορθό ή στο στόμα· μπορεί να βρίσκεται σε σημείο όπου είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό. Το έλκος μπορεί να επουλωθεί ακόμη και χωρίς θεραπεία, αλλά η λοίμωξη μπορεί να συνεχιστεί.
Δευτερογενές στάδιο
Το δερματικό εξάνθημα μπορεί να προσβάλει και τις παλάμες ή τα πέλματα. Μπορεί να εμφανιστούν πυρετός, καταβολή, πονόλαιμος, διόγκωση των λεμφαδένων, βλάβες μέσα στο στόμα ή κατά τόπους τριχόπτωση. Τα ευρήματα διαφέρουν από άτομο σε άτομο και μπορεί να συγχέονται με άλλες παθήσεις.
Λανθάνον στάδιο
Το άτομο μπορεί να μην έχει συμπτώματα· η λοίμωξη μπορεί να ανιχνευθεί με αιματολογικές εξετάσεις. Ο καθορισμός αυτού του σταδίου και η θεραπευτική προσέγγιση εξαρτώνται από τις κλινικές πληροφορίες σχετικά με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπάρχει η λοίμωξη.
Όψιμο στάδιο και προσβολή οργάνων
Η σύφιλη που δεν αντιμετωπίζεται θεραπευτικά μπορεί, μετά από χρόνια, να προσβάλει όργανα και συστήματα, όπως το καρδιαγγειακό ή το νευρικό σύστημα. Η νευροσύφιλη, η οφθαλμική σύφιλη και η ωτική σύφιλη μπορούν να αναπτυχθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της λοίμωξης· δεν αποτελούν εκδηλώσεις αποκλειστικά του όψιμου σταδίου. Εάν εμφανιστούν αλλαγές στην όραση ή την ακοή, έντονος πονοκέφαλος, προβλήματα ισορροπίας ή αισθητικότητας, απαιτείται άμεση ιατρική αξιολόγηση.
Πώς γίνεται η διάγνωση της σύφιλης;
Η διαγνωστική αξιολόγηση της σύφιλης γίνεται κυρίως με αιματολογικές εξετάσεις. Για τη διάγνωση, συνήθως ερμηνεύονται συνδυαστικά δύο διαφορετικές ομάδες εξετάσεων:
- Τρεπονημικές εξετάσεις: Εξετάσεις όπως οι TPPA/TPHA ή EIA/CIA ανιχνεύουν αντισώματα που αναπτύσσονται έναντι του βακτηρίου της σύφιλης. Οι εξετάσεις αυτές μπορεί να παραμείνουν θετικές για μεγάλο χρονικό διάστημα, μερικές φορές εφ’ όρου ζωής, ακόμη και μετά από επιτυχή θεραπεία.
- Μη τρεπονημικές εξετάσεις: Οι RPR ή VDRL, μαζί με τους ποσοτικούς τίτλους τους, χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της λοίμωξης και την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία. Το αποτέλεσμα ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το προηγούμενο ιστορικό σύφιλης και τις πληροφορίες για τη θεραπεία.
Εάν η λοίμωξη βρίσκεται σε πολύ πρώιμο στάδιο, οι αιματολογικές εξετάσεις μπορεί να μην έχουν γίνει ακόμη θετικές. Εάν υπάρχει κλινική υποψία ή ιστορικό στενής επαφής, ο γιατρός μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο επανάληψης της εξέτασης, συχνά εντός 2–4 εβδομάδων. Παρότι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί εξέταση δείγματος που λαμβάνεται απευθείας από το έλκος, ένα αρνητικό αποτέλεσμα PCR δεν αποκλείει από μόνο του τη σύφιλη. Σε περίπτωση υποψίας νευροσύφιλης, η εξέταση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού προγραμματίζεται από τον γιατρό με βάση τα κλινικά ευρήματα· δεν πραγματοποιείται σε κάθε ασθενή με σύφιλη.
Εάν υπάρχει διάγνωση ή υποψία σύφιλης, ο γιατρός μπορεί να συστήσει εξετάσεις και για άλλες σεξουαλικώς μεταδιδόμενες λοιμώξεις. Μάθετε για το πάνελ εξετάσεων σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων της Wellcare.
Θεραπεύεται η σύφιλη;
Ναι. Η σύφιλη αντιμετωπίζεται με αντιβιοτικό κατάλληλο για το στάδιο της νόσου και την κλινική κατάσταση. Η πενικιλίνη είναι η θεραπεία εκλογής σε πολλά στάδια της σύφιλης· στη νευροσύφιλη και στην προσβολή των οφθαλμών ή των αυτιών μπορεί να απαιτείται διαφορετικό θεραπευτικό σχήμα. Η επιλογή και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να καθορίζονται από τον γιατρό. Στην εγκυμοσύνη, η πενικιλίνη είναι η θεραπεία που έχει αποδειχθεί ότι προστατεύει το έμβρυο· εάν υπάρχει ιστορικό αλλεργίας στην πενικιλίνη, αυτό πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρεται στον γιατρό και, κατά την εγκυμοσύνη, απαιτείται αξιολόγηση από ειδικό.
Η θεραπεία ενδέχεται να μην μπορεί να αναστρέψει ορισμένες μόνιμες βλάβες που προκαλούνται από τη λοίμωξη. Μετά τη θεραπεία, ο γιατρός μπορεί να παρακολουθεί την ανταπόκριση με ποσοτικές εξετάσεις, όπως οι RPR ή VDRL. Το γεγονός ότι οι τρεπονημικές εξετάσεις μπορεί να παραμείνουν θετικές μετά τη θεραπεία δεν σημαίνει από μόνο του ότι η θεραπεία απέτυχε.
Η προηγούμενη νόσηση από σύφιλη δεν προσφέρει ανοσία· είναι δυνατή η επαναλοίμωξη. Η αξιολόγηση των σεξουαλικών συντρόφων και η θεραπεία τους, όταν χρειάζεται, βοηθούν στην πρόληψη της επαναμετάδοσης.
Σύφιλη στην εγκυμοσύνη
Ο έλεγχος για σύφιλη κατά την εγκυμοσύνη είναι σημαντικός για την υγεία της μητέρας και του μωρού. Ο ΠΟΥ συνιστά οι έγκυες να εξετάζονται κατά την πρώτη επίσκεψη προγεννητικής φροντίδας και, εάν το αποτέλεσμα είναι θετικό, να λαμβάνουν θεραπεία χωρίς καθυστέρηση. Η λοίμωξη που δεν αντιμετωπίζεται μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες, όπως αποβολή, θνησιγένεια, πρόωρο τοκετό και συγγενή σύφιλη. Εάν υπάρχει ανάγκη για εξετάσεις ή θεραπεία, θα πρέπει να ζητείται η συμβουλή ειδικών μαιευτήρων-γυναικολόγων και λοιμωξιολόγων.
